Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Ηρεμία ψυχής…


Περπάτησαν δίπλα δίπλα. Αν τους έβλεπε κάποιος...
θα νόμιζε ότι ήταν καιρό μαζί κα όχι σαν δυο αγνώστους που είχαν γνωριστεί λίγα λεπτά πριν. Ο μόλος ήταν άδειος από κόσμο. Οι καρέκλες και τα τραπέζια από τις ταβέρνες ήταν παραταγμένες στην σειρά, μια ανάσα από την θάλασσα έστεκαν να βολοδέρνει επάνω τους ο άνεμος ενώ οι μαγαζάτορες ταμπουρωμένοι στα μαγαζιά τους μετρούσαν τις πληγές του χειμώνα. Οι τσέπες τους άδεις από μετρητό, καθώς ο κόσμος μόνο το Σάββατο ή την Κυριακή θα έβγαινε έξω για φαγητό. Ακόμα και οι επισκέπτες μόνο τότε κατεύθυναν στο χειμωνιάτικο Γύθειο.
Το όμορφο νησάκι καθώς περπάταγε της θύμιζε τον πατέρα της. Τα λόγια του ηχούσαν στα αυτιά της ενώ το άρωμα του άγνωστου μέχρι λίγα λεπτά άνδρα την κρατούσε στην πραγματικότητα. Σε μια πραγματικότητα που την είχε πληγώσει, την είχε πικράνει και που δεν ήταν έτοιμη να μοιραστεί με κανέναν. Ο παγωμένος αέρας χτυπούσε το πρόσωπο της και τα μάγουλα της είχαν κοκκινήσει, κάτι που την έκανε πολύ γλυκιά στα μάτια του Πιέρου. Ο νεαρός άνδρας δεν κατάφερε να κρατηθεί και της το επισήμανε με έκδηλο τον θαυμασμό του.
-Το κρύο έχει κοκκινήσει τα μάγουλα σου και σε ομορφαίνει πολύ!
Η Στέφη σε αυτή του την παρατήρηση κοκκίνισε ακόμα περισσότερο και αυτή την φορά από την ντροπή της.
-Σε ευχαριστώ Πιέρο… Σπάνια ακούω κομπλιμέντα και αυτή την φορά πραγματικά τα έχω ανάγκη.
Άξαφνα έπιασε τον εαυτό της να λυγά στον καλό λόγο ενός άγνωστου. Αυτό ήταν κάτι που μισούσε και δήλωνε αδυναμία. Όχι! Δεν ήθελε να φαίνεται αδύναμη. Έκοψε λοιπόν την συζήτηση που την οδηγούσε σε αυτόν τον εαυτό της που μισούσε. Συνέχισε να περπατά δίπλα του μέχρι που έστριψαν στον τσιμεντένιο δρόμο που ένωνε το νησί με την στεριά. Στάθηκε και κοίταξε μια παλιά βάρκα. Έγραφε επάνω ΣΤΕΦΑΝΙΑ 80 χαμογέλασε. Ο Πιέρος την κοίταξε και τα μάτια του έλαμψαν. Μα ήταν τόσο μα τόσο όμορφη!!
-Την βλέπεις αυτή την βάρκα; Του είπε ξαφνικά.
-Ναι, είναι του μπάρμπα Λευτέρη….
-Κάποτε ήταν του πατέρα μου… Η Στεφανία είμαι εγώ… Την πούλησε όμως μετά από ένα ταξίδι του εδώ. Θυμάμαι είχε έρθει μόνος του και έπειτα μάθαμε ότι την είχε πουλήσει. Του άρεσε η βάρκα του πατέρα. Ξανοιγόμασταν μαζί μέχρι τα Τρίνησα (Ενα πανέμορφο σύμπλεγμα νησιών με καθαρά νερά και φυσική απομόνωση στα 8km περίπου από το Γύθειο στον δρόμο προς την Σκάλα Λακωνίας.)
-Και έπειτα τι έγινε.
-Αφού την πούλησε δεν ήρθαμε ξανά. Και λίγο καιρό αργότερα έφυγε από την ζωή από την καρδιά του.
-Για αυτό τόση λαχτάρα να κάνεις την διαδρομή αυτή;
-Για αυτό!
Του χαμογέλασε και χάθηκε για λίγο ακόμα στην μικρή βάρκα του πατέρα της…


Της συγγραφέως Κατερίνας Κονίτσα Σωπύλη